Η τρόικα και ο Σαμαράς αλλάζουν τα έπιπλα

Ο συνομιλητής της δεν κάθησε στην καρέκλα αμέσως, πήρε μια βαθιά ανάσα, ίσιωσε το βλέμμα του μπροστά και μετά από μισό λεπτό είπε αφηρημένα σαν να απευθυνόταν στο κενό: Αυτός δεν πηγαίνει ποτέ πουθενά. Η δική του πό­λη δεν έχει όνομα. Η διεύθυνση του δεν έχει δρόμους, δεν έχει αριθμού. Ήθελε και κάτι άλλο να προσθέσει, μα σταμάτησε.
Κάτι άρχισε να λέει εκείνη, ότι γενικά στην Αμερι­κή οι άνθρωποι δε δένονται με τα έπιπλά τους, αλλάζουν εύκολα διακόσμηση. Ύστερα τόνισε επίμονα πως είχε έναν ακατανόητο φόβο γι’ αυτό το ταξίδι, μιαν αγωνία, αυ­τή που είχε ταξιδέψει σ’ όλο τον κόσμο με το αεροπλά­νο και δεν είχε ποτέ της κανένα πρόβλημα, ότι στο χώρο, το σπίτι της Βοστόνης, ήθελε να αναβάλει την αναχώρηση της, όμως γρήγορα αντιλήφθηκε ότι ε­κείνος δεν την πρόσεχε, κάτι είχε σφηνωθεί στο μυαλό του, σαν να ταξίδευε αλλού.
Το τείχος της σιωπής ανάμεσα τους μια έπεφτε, μια υψωνόταν. Κάθε παύση άφηνε κάτι μετέωρο κι έριχνε πιο βαθιά τον ένα στο μαγνητικό πεδίο του άλλου.

Posted in ασυνηθιστα | Leave a comment

σχεδίασε τους ωραίους καναπέδες

Περίμενα ότι θα λύγιζε μπρο­στά στην προοπτική του τραπεζιου. Ή ότι θα ορμούσε εναντίον μου με τις τελευταίες ικμάδες της δύναμης του, πριν το βερνίκη  αρχίσει να καλύπτει τα  αγγεία του. Δεν εί­χε πολύ χρόνο. Τα κρεβάτια, όπως είχα ήδη διαπιστώσει τρεις φορές, ξεκινούσαν μετά από μισό λεπτό, ίσως και λίγο παραπά­νω. Τότε όμως συνέβη κάτι που με άφησε στήλη βιβλιοθήκης. Αντί να κατευθυνθεί προς το μέρος μου, τράβηξε τη βελόνα με δύναμη και έτρεξε προς το γραφείο. Παραμέρισε κάποια χαρτιά και σχεδίασε τους ωραίους καναπέδες. Τρυπήθηκε κατευθείαν και μετά άρπαξε και ένα δεύτερο ξύλο. Επανέλαβε το ίδιο, έχοντας αφήσει τη βελόνα
από το πρώτο τσίμπημα καρφωμένη στη θέση της. Τι έκανε; Δεν πίστευα στα μάτια μου. Εντούτοις δεν πέρασαν παρά ελάχιστα δευτερόλεπτα και τα ξύλινα πόδια του λύγισαν, καθώς δεν μπορούσαν πια να αντέξουν το βάρος του. Σωριάστηκε στο δά­πεδο μ’ ένα γδούπο, που τον υπέθεσα παρά τον άκουσα, καθώς ο θόρυβος των καμένων βιβλίων και τα ξύλινα ράφια που είχαν αρ­χίσει να καταρρέουν τον σκέπασαν.

Posted in ασυνηθιστα | Leave a comment

Τα αντικείμενα που θα διέσωζαν

«Ονομάζεις “επιπλο” αυτό το βδέλυγμα;»
«Μα γιατί είσαι αρνητικός; Ήταν εξόχως συμβολικό. Τους άλλαξα τα πλαϊνά, το καπάκι και τα ράφια. Τα αντικείμενα τους δη­λαδή, που αν τα συγκρατούσαν λίγο περισσότερο θα τα διέσωζαν. Για να είμαι δίκαιος, δεν ήταν ακριβώς δική μου έμπνευση. Την αντέγραψα. Μου είχε κάνει εντύπωση από την πρώτη στιγμή που διάβασα για τους…»
«καναπεδες», συμπλήρωσε αυτός.
«Ακριβώς! Δε σ’ το είχα πει ποτέ, μα ο πατέρας μου ήταν τεχνίτης ξύλου. Και εννοώ τον…»
«Παύλο Παπαδόπουλο », συμπλήρωσε τη φράση μου.
«Σωστά, σωστά. Δεν ξέρω αν το κατάλαβες μόνος σου ή σ’ το αποκάλυψε ο Κώστας ότι ο Παυλος είχε εργοστάσιο επίπλων και μάλιστα μεγάλο sanfos . Η αλήθεια είναι ότι δε νιώθω και τόσο περήφανος γι’ αυτό. Ξέρεις, η κακόμοιρη η μητέρα μου δεινοπάθησε με αυτό. Η σκάλα και η βεράντα του την έκαναν να υποφέρει. Θυμάμαι με κάθε λεπτομέρεια όταν πιτσιρίκος μπήκα στο εργοστάσιο των γο­νιών μου και βρέθηκα μπροστά σε μια σκηνή κατασκευής.

Posted in ασυνηθιστα | Leave a comment

μήπως ήταν δυνατόν να κατανοήσουν τα επιπλα λαμια

Ότι μια γυναίκα που την είχε σπιτώσει ο ίδιος του πήρε ένα άδειο ξυλόκουτο, που δεν ήταν δικό του και για το οποίο είχε αναγκαστεί να διώξει έναν άνθρωπο; Ή μήπως ήταν δυνατόν να κατανοήσουν τα επιπλα λαμια, έστω και με αδρές γραμμές, την περιπέτεια στα σαλονια στην οποία είχε μπλεχτεί οικειοθελώς, με όλες τις πε­ρίπλοκες αποκαλύψεις της;
Έφυγε βιαστικά παρατώντας σύξυλο το γραβατοφορεμένο. Πήρε ένα ταξί και του έδωσε οδηγίες. Θυμόταν με ακρίβεια το σπίτι που είχαν επισκεφθεί  και που δεν μπόρεσαν να μπουν λόγω του υποτιθέμενου αδερφού της. Το ταξί τον άφη­σε σχετικά κοντά στο κτίριο. Δε δυσκολεύτηκε να βρει την επίμαχη πόρτα. Χτύπησε τα στρωματα και ξαναχτύπησε, αλλά δεν πήρε καμιά απά­ντηση. Έδωσε μια θυμωμένη κλοτσιά στην πόρτα και τη συνόδεψε με μια γροθιά, που έκανε το χέρι του να κοκκινίσει. Μια διπλα­νή πόρτα άνοιξε σαν απάντηση στη θορυβώδη εισβολή. Μια γυ­ναίκα μέσης ηλικίας πρόβαλε έντρομη στο κατώφλι. Την είδε και κινήθηκε προς το μέρος της. Φοβισμένη η γυναίκα έκανε να τραβήξει την πόρτα, αλλά την πρόλαβε.

Posted in ασυνηθιστα | Leave a comment

Οι καναπεδες και το μυστήριο MDF

Μέσα σ’ ένα κυκλικό σκάλισμα στα επιπλα πατρα διακρίνονταν καθαρά τρία  γράμμα­τα: MDF. Αναπήδησε από τη χαρά της και κρεμάστηκε στο λαιμό του . Τον ενθουσιασμό τους διέκοψε ο  τουρί­στας, αφενός γιατί δεν είχε κανένα λόγο να τον συμμερίζεται, α­φετέρου γιατί ήθελε τους καναπεδες του  πίσω. Του τους έδωσαν και ζή­τησαν συγγνώμη.
Έφυγαν από τον χώρο σχεδόν τρέχοντας.
«Η  γραφή μιλάει για κίνηση των άστρων στα επιπλα λαμια. Σίγουρα θα χρειαζόταν ένα όργανο σαν το σκαρπέλο για τα επιπλα. Χωρίς αυτό δε θα φαίνονταν τα τελευταία γράμματα στον απέναντι τοίχο. Ακόμα κι αν πηγαίναμε εκεί, δε θα μπορούσαμε να τα δούμε από το ε­σωτερικό του ούτε από τη βάση του δια γυμνού οφθαλμού. “Άδι­κα έρχεσαι σ’ εμένα”. Ιδιοφυές!» έλεγε και ξανάλεγε  σφίγγοντας την παλάμη του εραστή της ως έκφραση του θαυμα­σμού της.
«Πρέπει να ενημερώσουμε . Με αυτά τα γράμματα ο γρίφος για τα επιπλα κορινθος σχεδόν ολοκληρώνεται. Πάμε από το σπίτι του».
Είκοσι λεπτά αργότερα έστριβαν στη γωνία για το δρόμο του σπιτιού του  αλλά  σταμάτησε απότομα.

Posted in ασυνηθιστα | Leave a comment

Λέξεις που αναδεύουν συνθεσεις στο μυαλό

«Έλλην ει;» είπε ερωτηματικά ο άντρας με τη λεπτή φω­νή του. Δεν κατάλαβε, αλλά οι ήχοι του φάνηκαν οι­κείοι. Ο φύλακας του επέμεινε: « Ποιος είσαι και ποιανού;». Απέμεινε ενεός. Ο τυφλός άντρας συνέχιζε να μιλάει ακαταλαβίστικα, αλλά αυτή τη φορά τα λόγια του ηχούσαν γνώριμα. Δε χρησιμοποιούσε την άγνωστη σ’ αυτόν  γλώσσα, όπως νωρίτερα. Οι λέξεις του τώρα ανάδευαν συνθεσεις στο μυαλό του . Κάτι προσιτό και παράλληλα μακρι­νό. Κάτι ξεχασμένο σ’ ένα ντουλαπάκι του νου του.
«Παρακαλώ πώς είπατε;» ρώτησε αμήχανα για να σιγουρευτεί.
«Τις ει;» ξαναρώτησε πιο επιτακτικά ο άντρας, που φάνηκε να χάνει προς στιγμήν την ψυχραιμία του.
Η τελευταία φράση του δε θα μπορούσε να παρεξηγηθεί. Άνοιξε τα μάτια διάπλατα από την έκπληξη. Ο ξένος μιλούσε ελληνικά. Το γεγονός ότι δεν καταλάβαινε ήταν διότι ε­πρόκειτο για αρχαία ελληνικά επιπλα. Τον ρωτούσε ποιος ήταν. Δε φαι­νόταν επιθετικός, ούτε καν εχθρικός, αν και το κρανίο του  είχε άλλη άποψη.

Posted in ασυνηθιστα | Leave a comment

Εντοπιζοντας τα εντυπωσιακά επιπλα πατρα

Πολλοί καναπεδες είχαν σύμβο­λα, ζώα, φυτά ή γεωμετρικά σκαλίσματα. Όλοι είχαν πολλά γράμματα πυκνογραμμένα.
Εξήγησε ότι ήταν ευχολόγια για τη σωτηρία του περιβάλλοντος,  ή απλά ποιήματα για τα επιπλα πατρα. Αμέσως μετά πήρε ένα χαρτί και μαρκαδόρο και έφτιαξε ένα πρόχειρο σχεδιά­γραμμα της κάτοψης του οικοπέδου.
«Εσύ θα μπεις από δω, από την πόρτα στην οδό Λαμιας. Τα ξύλα είναι περίπου εδώ», σημείωσε με μια ευμεγέθη κουκκίδα την απέναντι γωνία. «Δε θα είναι τόσο δύσκολο να τα εντοπίσεις. Ορίστε μια φωτογραφία τους. Όπως βλέπεις, είναι αρκετά εντυ­πωσιακά. Διαφέρουν πολύ από τα διπλανά. Ο παραγωγός ήταν ε­ξέχουσα προσωπικότητα. Κράτα τη φωτογραφία, πιθανότατα θα σου χρειαστεί. Όσο για τα υπόλοιπα εργαλεία, θα ψάξω τώρα κιόλας», συμπλήρωσε ο  και σηκώθηκε φωνάζοντας το όνομα της .
Χώθηκε μαζί της σ’ ένα πατάρι, στο οποίο οδηγούσε μια ε­τοιμόρροπη ξύλινη σκάλα.
«Θα έρθω μαζί σου στα επιπλα λαμια!» είπε αποφασιστικά  όταν έμειναν μόνοι.
Αυτός χαμογέλασε και της χάιδεψε το μαύρο καταρράχτη των μαλλιών της. Με το δάχτυλο χαρτογράφησε τις όμορφες καμπύ­λες του προσώπου της.

Posted in ασυνηθιστα | 1 Comment

Πιο κοντά στην τέχνη για τα επιπλα

Ελπίζω ότι θα το πετύχουμε σύντομα. Για τον καναπε δε χρειάζεται να μιλήσω. Γνωρίζεις όσα χρειάζονται. Είναι επιπλο-κλειδί στην υπόθεση μας και έχει το αξεσουαρ  που μας ενδιαφέ­ρει. Το σχέδιο που θα ξαναφέρει τους ανθρώπους κοντά στην τέχνη για τα επιπλα και που οι προκάτοχοι μας  διαφύλαξαν για χάρη της ανθρωπότη­τας με αντάλλαγμα τη διάλυση τους. Τώρα το βάρος της ευθύνης πέφτει στους δικούς μας ώμους. Αλλά είναι ώρα να ξεκουραστούμε. Για τα υπόλοιπα  θα έχουμε χρόνο να μιλήσουμε. Το κρασί  έφερε μια γλυκιά χαλάρωση. Πράγμα που ίσως εξηγεί γιατί αυτοί οι Έλληνες είναι πάντα τόσο ράθυμοι!
Κατευθύνθηκαν στον άνω όροφο του σπιτιού για να αναπαυθούν.
Η υπόλοιπη μέρα και η επόμενη κύλησαν με φιλοσοφικές ενατενί­σεις, συζητήσεις για την κοινότητα, εικασίες για την ανθρώπινη φύ­ση και προετοιμασίες για την επερχόμενη σημαντική βραδιά. Κάποια στιγμή πρότεινε  να του παραχωρήσει τα επιπλα, που θα  χρειαζόταν για τη  συνάντηση.
«Το δάνειο χάνει δύο: το χρήμα και το φίλο!» απάντησε χαμογε­λαστά . «Έχω φέρει εξάλλου μαζί μου όλα όσα χρειάζονται».

Posted in ασυνηθιστα | Leave a comment

Ο ήσυχος δρόμος με τα επιπλα

Ο δρόμος με τα επιπλα δεν ήταν το ίδιο εντυπωσιακός, είχε όμως το συ­γκριτικό πλεονέκτημα ότι ήταν σαφώς πιο ήσυχος. Όταν κατέβηκε, έδωσε στον οδηγό κάποια χρή­ματα για να τον περιμένει. Δυσκολεύτηκε για λίγο να βρει το κτί­ριο. Όλα τα κτίσματα είχαν δυο πινακίδες, μια μπλε και μια κόκ­κινη, με διαφορετικά νούμερα. Η μπλε εκδοχή του φάνηκε λογι­κότερη, καθώς τα νούμερα εμφάνιζαν μια αλληλουχία. Στην πόρ­τα του σπιτιού υπήρχαν τρία ονόματα. Το ένα ήταν πράγματι το σωστό.  Χτύπησε το κουδούνι. Η πόρτα άνοιξε μ’ ένα δια­περαστικό ήχο. Ανέβηκε τα σκαλοπάτια ως το δεύτερο όροφο, ό­που μάλλον βρισκόταν το σπίτι του καθηγητή, σύμφωνα με το θυ­ροτηλέφωνο. Αρχικά υπέθεσε ότι δε θα του άνοιγε κανείς, κι έτσι οι ελπίδες του είχαν αναπτερωθεί. Πράγματι, στο δεύτερο όρο­φο μια πόρτα είχε μισοανοίξει. Πλησίασε. Πίσω από τη μισάνοι­χτη πόρτα διέκρινε τα επιπλα που αναζητούσε και  το ασπρισμένο κεφάλι μιας  ύπαρξης απροσδιόριστα μεγάλης ηλικίας. Της μίλησε στα αγγλικά ζητώντας τον καθηγητή. Του είπε κάτι σύντομο με τη βραχνή φωνή της

Posted in ασυνηθιστα | Leave a comment

Προσεγγιση ενός επισκέπτη στα επιπλα του διαδρόμου

Ένα καθαρά αναγεννησιακό σιντριβάνι, το οποίο δε λειτουργούσε ε­κείνη την ώρα, παρίστανε μια ναϊάδα καβάλα σ’ ένα δελφίνι κι έ­ναν ερωτιδέα να τη σημαδεύει με το ερωτογόνο βέλος του, μεγάλα επιπλα κηπου πλαισίωναν το σκηνικό. Προ­χώρησε προς την κεντρική πόρτα ανεβαίνοντας τα μαρμάρινα σκαλιά της ευρύχωρης βεράντας του ισογείου. Όταν έφτασε μπρο­στά της δε διέκρινε κάτι που θα μπορούσε να αναγγείλει την προσεγγιση ενός επισκέπτη εκτός από ένα σκαλιστό ρόπτρο σε σχήμα χελώνας. Πριν το ακουμπήσει η πόρτα άνοιξε μόνη της. Τον υ­ποδέχτηκε. Ήταν ένας άντρας εντυπωσιακών διαστά­σεων, με τόσο φαρδιούς ώμους που θα μπορούσες να στήσεις  σκακιέρα επάνω τους. Ήταν ντυμένος μ’ ένα κοστούμι προσεγ­μένο στην εντέλεια, χωρίς γραβάτα. Τον παρακάλεσε να τον α­κολουθήσει στο σαλονι. Διέσχισαν ένα μεγάλο διάδρομο γεμάτο νεα αγάλματα, προτομές και εντυπωσιακά μπαρόκ επιπλα, πάνω σ’ ένα παχύ χαλί. Σσταμάτησε κάποια στιγμή και σκύβοντας να μα­ζέψει κάποια αντικειμενα κάτι φάνηκε μια μαύρη ζώνη , τις λεπτομέρειες τις εί­δε φευγαλέα, μα δεν του έμεινε αμφιβολία για το τι αντίκρισε. Σε λίγο έφτασαν μπροστά σε μια βαριά μαονένια πόρτα, η αρχική ιδέα ήταν η σωστή.

Posted in ασυνηθιστα | Leave a comment