Sarvivor και διακοσμητικές λεπτομέριες στα έπιπλα

Οπως ο Μά­ριος, ούτε με τον έρωτα, το γάμο και τα παιδιά, τους μπουφέδες, τα τραπέζια. Μου πέρασε πολλές φορές από το μυαλό μήπως η αδυναμία του να την κάνει απόλυτα δική του, η υπαρξιακή του α­ποτυχία να την κατέχει, τον έκανε ακόμα πιο παράφορο και ριψοκίνδυνο στα ντουλάπια της κουζίνας. Η Σάρα ενσάρκωνε το μάταιο της κατοχής της γυναίκας. Είναι πολλά αυτά που ζήσαμε μαζί εκείνο το καλοκαίρι, στο survivor,  αφού οι πρακτικές ανάγκες του αγώνα μας στον στοιβο μάχης, υποχρέωσαν να συγκατοικήσουμε από το Φεβρουάριο μέχρι τον Ιούνιο και να σχηματίσουμε το κουαρτέτο εκείνης της αξέχαστης νύχτας στην παραλία. Θα διαλέξω μόνο τρία τέσσερα περιστατικά, αν κι είναι δύσκολο να τα αφηγηθώ τώρα. Δεν θα αναφέρω τον Ντάνο γιατι δεν έχει σχέση με τα έπιπλα στην δική τους παράγκα. Είχαμε αποκοιμηθεί στα κρεβάτια μας, όταν μες στο σκοτάδι ακούω το βιαστικό και βίαιο λαχάνιασμα του Μάριου, που κά­λυπτε Δες Το Υπόλοιπο …

καλοκαιρινή νύχτα στο άνετο κρεβάτι

Παρακολουθούσε με άφωνο θαυμασμό την πικρή και ζεστή της σταθερότητα ενάντια στον αριστερό Μπουφέ. Πρέπει να με πιστέψετε, όταν σας είδα βυθισμένο στο παρελθόν, κατάλαβα. Τη καρέκλα αυτή την είχα ξα­ναδεί. Να προσπαθείς όμως να  ζωντανέψεις ενα παλιό έπιπλο, είναι σαν να κουβαλάς νερό με τις χούφτες σου! Είναι δύσκολο! Η τρυφερή της βραχνάδα ήταν αντίλαλος μιας δικής του μισοσβησμένης φωνής: «Φύγε μακριά! Μην κοιτά­ξεις πίσω σου! Πες πως η καλοκαιρινή νύχτα στο άνετο κρεβάτι που έ­πλασες είναι ανύπαρκτη». Πήγαινε να ταυτιστεί μ’ αυτόν που βαρέθηκε το σούρουπο κι έλεγε: Πάμε σπίτι μας ν’ ανάψουμε το φως σε όλα τα δωμάτια. Ήταν όμως πια αργά. Από κείνη τη στιγμή και για πολύ καιρό έμπαινε στο λαβύρινθο της μνήμης. Δεν ήξερα σε ποιο χώρο ζούσα, θα πει αργότερα. Σκιώδης μορφή τριγυρισμένη από σκιές, εικόνα ξεκρέ­μαστη στον αέρα που διηγείται, είναι ό,τι απέμεινε απ’ αυτόν. Η όμορφη γυναίκα του σπιτιού, με τη Δες Το Υπόλοιπο …

Ο ρόλος του βερνικιού για την σταθερότητα του επίπλου

Κι άρχιζε με τα χρό­νια να καταλαβαίνει το σωτήριο για την σταθερότητα του επίπλου ρόλο του βερνικιού, να σκάβει στα πλαϊνά του για ψήγ­ματα αλήθειας και να αναζητεί στα ελικοειδή του τού­νελ λίγο φως στα τεχνικά των επίπλων μυστήρια. «Η υπερτροφία του ναρκισσισμού μιας καρέκλας είναι η βασιλική λεω­φόρος για να την οδηγήσεις στο κρεβάτι», έλεγε συ­χνά. Είναι η μία αλάνθαστη μέθοδος κι η άλλη, η δεύ­τερη, είναι η τελείως αντίστροφη. Η αρχή της περιφρό­νησης, της ταπείνωσης! Τι μυστήριο κι αυτές οι συνθέσεις τοίχου, συλλογιζόταν, μα άκουσε ξαφνικά τον εαυτό του ν’ αλλάζει θέμα: Θα μείνετε καιρό στην Αττική; «Καμιά δεκαριά μέρες στη Νίκαια, είναι και ο γιος μου πρωτοετής, καταλαβαίνετε, πρώτη φορά μένει μα­κριά από το σπίτι…» «Πότε φεύγετε;» Αύριο, αυτή είναι η τελευταία μου νύχτα στη Νέα Ιωνία. Είχα πάει για τα τελειότερα σαλόνια προσφορές Τα μαξιλάρια τους χαϊδεύτηκαν, μα αμέσως τα τράβη­ξαν κι οι δύο. Τελευταία νύχτα… Δες Το Υπόλοιπο …

Η τρόικα και ο Σαμαράς αλλάζουν τα έπιπλα

Ο συνομιλητής της δεν κάθησε στην καρέκλα αμέσως, πήρε μια βαθιά ανάσα, ίσιωσε το βλέμμα του μπροστά και μετά από μισό λεπτό είπε αφηρημένα σαν να απευθυνόταν στο κενό: Αυτός δεν πηγαίνει ποτέ πουθενά. Η δική του πό­λη δεν έχει όνομα. Η διεύθυνση του δεν έχει δρόμους, δεν έχει αριθμού. Ήθελε και κάτι άλλο να προσθέσει, μα σταμάτησε. Κάτι άρχισε να λέει εκείνη, ότι γενικά στην Αμερι­κή οι άνθρωποι δε δένονται με τα έπιπλά τους, αλλάζουν εύκολα διακόσμηση. Ύστερα τόνισε επίμονα πως είχε έναν ακατανόητο φόβο γι’ αυτό το ταξίδι, μιαν αγωνία, αυ­τή που είχε ταξιδέψει σ’ όλο τον κόσμο με το αεροπλά­νο και δεν είχε ποτέ της κανένα πρόβλημα, ότι στο χώρο, το σπίτι της Βοστόνης, ήθελε να αναβάλει την αναχώρηση της, όμως γρήγορα αντιλήφθηκε ότι ε­κείνος δεν την πρόσεχε, κάτι είχε σφηνωθεί στο μυαλό του, σαν να ταξίδευε αλλού. Το τείχος της σιωπής ανάμεσα τους μια έπεφτε, μια Δες Το Υπόλοιπο …

σχεδίασε τους ωραίους καναπέδες

Περίμενα ότι θα λύγιζε μπρο­στά στην προοπτική του τραπεζιου. Ή ότι θα ορμούσε εναντίον μου με τις τελευταίες ικμάδες της δύναμης του, πριν το βερνίκη  αρχίσει να καλύπτει τα  αγγεία του. Δεν εί­χε πολύ χρόνο. Τα κρεβάτια, όπως είχα ήδη διαπιστώσει τρεις φορές, ξεκινούσαν μετά από μισό λεπτό, ίσως και λίγο παραπά­νω. Τότε όμως συνέβη κάτι που με άφησε στήλη βιβλιοθήκης. Αντί να κατευθυνθεί προς το μέρος μου, τράβηξε τη βελόνα με δύναμη και έτρεξε προς το γραφείο. Παραμέρισε κάποια χαρτιά και σχεδίασε τους ωραίους καναπέδες. Τρυπήθηκε κατευθείαν και μετά άρπαξε και ένα δεύτερο ξύλο. Επανέλαβε το ίδιο, έχοντας αφήσει τη βελόνα από το πρώτο τσίμπημα καρφωμένη στη θέση της. Τι έκανε; Δεν πίστευα στα μάτια μου. Εντούτοις δεν πέρασαν παρά ελάχιστα δευτερόλεπτα και τα ξύλινα πόδια του λύγισαν, καθώς δεν μπορούσαν πια να αντέξουν το βάρος του. Σωριάστηκε στο δά­πεδο μ’ ένα γδούπο, που τον υπέθεσα παρά τον άκουσα, Δες Το Υπόλοιπο …

Τα αντικείμενα που θα διέσωζαν

«Ονομάζεις “επιπλο” αυτό το βδέλυγμα;» «Μα γιατί είσαι αρνητικός; Ήταν εξόχως συμβολικό. Τους άλλαξα τα πλαϊνά, το καπάκι και τα ράφια. Τα αντικείμενα τους δη­λαδή, που αν τα συγκρατούσαν λίγο περισσότερο θα τα διέσωζαν. Έχω μια σχετική εμπειρία στα έπιπλα να ξέρεις, δεν είμαι άσχετος με το θέμα. Για να είμαι δίκαιος, δεν ήταν ακριβώς δική μου έμπνευση. Την αντέγραψα. Μου είχε κάνει εντύπωση από την πρώτη στιγμή που διάβασα για τους…» «καναπεδες», συμπλήρωσε αυτός. «Ακριβώς! Δε σ’ το είχα πει ποτέ, μα ο πατέρας μου ήταν τεχνίτης ξύλου. Και εννοώ τον…» «Παύλο Παπαδόπουλο », συμπλήρωσε τη φράση μου. «Σωστά, σωστά. Δεν ξέρω αν το κατάλαβες μόνος σου ή σ’ το αποκάλυψε ο Κώστας ότι ο Παυλος είχε εργοστάσιο επίπλων και μάλιστα μεγάλο sanfos . Η αλήθεια είναι ότι δε νιώθω και τόσο περήφανος γι’ αυτό. Ξέρεις, η κακόμοιρη η μητέρα μου δεινοπάθησε με αυτό. Η σκάλα και η βεράντα Δες Το Υπόλοιπο …